Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Κύπρος: Οι «Ανάν» ξανάρχονται!

Κύπρος: Οι «Ανάν» ξανάρχονται!





To «σχέδιο Ανάν Νο 2» βρίσκεται προ των θυρών για την Κύπρο. Το κοινό ανακοινωθέν στο οποίο κατέληξαν η ελληνοκυπριακή με την τουρκοκυπριακή πλευρά μοιάζει περισσότερο με πρόπλασμα συμφωνίας και λιγότερο με προκαταρκτικό πεδίο συνομιλιών.
Ας δούμε τα δεδομένα:

Πρώτο: Η κοινή διακήρυξη περιγράφει ένας καθεστώς συγκεκαλυμμένης διχοτόμησης. Παρά τις διατυπώσεις και το επικάλυμμα της ομοσπονδίας, θα υπάρχουν δύο κράτη («states» στο αγγλικό κείμενο που κάποιοι μεταφράζουν ως «πολιτείες», πράγμα που δεν αλλάζει την ουσία). Σε ό,τι αφορά τις αρμοδιότητες των κρατών και της «ομοσπονδίας» στα σημεία 3 και 4 της διακήρυξης σημειώνεται χαρακτηριστικά και σκόπιμα αντιφατικά, ότι: «3. (...) Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα θα προνοεί επίσης ότι το κατάλοιπο εξουσίας θα ασκείται από τα συνιστώντα κράτη/πολιτείες. Τα συνιστώντα κράτη/ πολιτείες θα ασκούν πλήρως και οριστικά όλες τις εξουσίες τους, μακριά από επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι δε θα καταπατούν τις νομοθεσίες των συνιστώντων κρατών/πολιτειών που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των συνιστώντων κρατών/πολιτειών και οι νομοθεσίες των συνιστώντων κρατών/πολιτειών δε θα καταπατούν ομοσπονδιακούς νόμους που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης (…). Καμιά από τις δυο πλευρές δε θα μπορεί να διεκδικεί εξουσία ή δικαιοδοσία στην άλλη». «4. (…) Το ομοσπονδιακό Σύνταγμα θα ορίζει ότι η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα αποτελείται από δύο συνιστώντα κράτη/πολιτείες με ίσο καθεστώς (…)».
Συνεπώς: Οσο κι αν στο κείμενο διαβεβαιώνεται ότι η διχοτόμηση και η απόσχιση απαγορεύεται, αυτή πραγματοποιείται στην πράξη αφού αναφέρεται σε κράτη (πολιτείες) με ξεχωριστές εξουσίες. Το σημαντικότερο: Αναγνωρίζονται και παγιώνονται τα δεδομένα της τουρκικής εισβολής και κατοχής του 1/3 του νησιού.
Δεύτερο: Από την πρώτη στιγμή της τουρκικής εισβολής, στις 20 Ιουλίου του 1974, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ προσδιόρισε με ψηφίσματά του, τόσο το χαρακτήρα του προβλήματος, όσο και τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές της λύσης του. H απόφαση 3212 (XXIX) της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το Νοέμβρη του 1974: «1. Καλεί όλα τα κράτη να σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. (…). 3. Απαιτεί άμεσο τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία (…) 4. Ζητεί την αποχώρηση χωρίς καθυστέρηση από την Κυπριακή Δημοκρατία του ξένου στρατιωτικού προσωπικού, που βρίσκεται εκεί πέραν των προνοιών διεθνών συμφωνιών (…)». Στη συνέχεια και μετά τη συμφωνία Μακάριου – Ντενκτάς το 1977 γίνεται δεκτή η πρόταση της «διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας» η οποία και ενσωματώνεται ουσιαστικά στα ψηφίσματα και τις αποφάσεις του ΟΗΕ.
Συνεπώς: Στα 40 χρόνια του κυπριακού δράματος, μια απλή σύγκριση των αποφάσεων της διεθνούς κοινότητας με ό,τι εμφανίζεται σήμερα σαν «λύση», καθιστά προφανή τη διολίσθηση…
Τρίτο: Πριν 10 χρόνια, όταν η Κύπρος μπήκε στην ΕΕ, μας έλεγαν ότι η ένταξη «θα έλυνε» το πρόβλημα της εισβολής και της κατοχής της από τον «Αττίλα». Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Η Κύπρος, όχι μόνο παραμένει διαιρεμένη, αλλά έχουμε φτάσει και στο σημείο η Τουρκία (που θέλει να μπει στην ΕΕ) να μην αναγνωρίζει την Κύπρο και οι «εταίροι» να της κάνουν πλάτες! Στην πραγματικότητα, με την Κύπρο συνέβη ό,τι και με την Ελλάδα: Η Ελλάδα βρίσκεται στην ΕΕ, αλλά ποτέ και σε καμία ελληνοτουρκική κρίση, από S-300 μέχρι Οτσαλάν, κι από «Σισμίκ» μέχρι Ιμια, η ΕΕ που τάχα μου θα «διασφάλιζε την ασφάλεια της Ελλάδας έναντι του εξ ανατολών κινδύνου», δεν κούνησε το δαχτυλάκι της. `Η κι όταν το κούνησε, ήταν για να πιέσει τη «σύμμαχο» Ελλάδα.Ποτέ και σε καμία περίπτωση από την εποχή που η Ελλάδα (εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο), εντάχθηκε στην ΕΕ, το Κυπριακό δεν προχώρησε, με κορυφαίο αποτέλεσμα αρνητικής εξέλιξης το «σχέδιο Ανάν». Ποτέ και σε καμία περίπτωση το γεγονός ότι η Βρετανία (εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο) ήταν μέλος της ΕΕ, δεν απέτρεψε την εισβολή του «Αττίλα» και τη διαιώνιση της κατοχής του νησιού.
Συνεπώς: Το παράδειγμα της Κύπρου απαντά σε όλους, όσοι χρόνια τώρα προσπαθούν να μας πείσουν ότι η ΕΕ είναι η «εγγύηση» τάχα για την εδαφική κυριαρχία και για τα δικαιώματα των λαών, ότι είναι τάχα «μονόδρομος». Όχι μόνο η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά έχουμε φτάσει στο άκρον άωτον: Να πιέζεται, όχι η Τουρκία, αλλά η Κύπρος, από τους κατά τα λοιπά «εταίρους» της, για να υπογράψει την ίδια της την (ευρω)διχοτόμηση!

(Συνεχίζεται…)
Πηγή: enikos.gr 

ΚΑΙ
ΤΟ 2ο ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ

Στο χτεσινό σημείωμα της στήλης σημειώναμε ότι: 
α) Το κοινό ανακοινωθέν μεταξύ ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής πλευράς, το οποίο μιλά για «συνιστώντα κράτη (πολιτείες)», αποτελεί το πρόπλασμα ενός νέου «σχεδίου Ανάν». Αξίζει εδώ να τονιστεί ότι στο τουρκικό κείμενο το «συνιστών κράτος» αποκαλείται «kurucu devlet», δηλαδή... «ιδρυτικό κράτος»!
β) Στα σαράντα χρόνια που πέρασαν από την εισβολή και κατοχή διαπιστώνεται μια διαρκής διολίσθηση από τις θέσεις της διεθνούς κοινότητας ότι το Κυπριακό συνιστά ακριβώς αυτό: Προβλημα εισβολής και κατοχής.
γ) Το παράδειγμα της Κύπρου αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι η ΕΕ κάθε άλλο παρά «εγγύηση» είναι για την εδαφική κυριαρχία και για τα δικαιώματα των λαών. Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά αντίθετα παρακολουθούμε χρόνια τώρα πιέσεις των «εταίρων» - όχι προς την Τουρκία, αλλά προς την Κύπρο - στην κατεύθυνση της (ευρω)διχοτόμησης!  Ολα τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας ισχυροποιούν την άποψη ότι το ανακοινωθέν στην ουσία περιγράφει μια κατάσταση όπου η Κυπριακή Δημοκρατία θα τελεί υπό τον στρατηγικό έλεγχο της Τουρκίας μέσω του ελέγχου που η τελευταία θα ασκεί  στην Ομοσπονδιακή ή Συνομοσπονδιακή κυβέρνηση που θα προκύψει. Κύπριοι παρατηρητές, καθόλου αβάσιμα, σημειώνουν ότι οι ελληνοκύπριοι δεν θα κάνουν ομοσπονδία με τους τουρκοκύπριους, όπως παραπειστικά αναφέρεται, αλλά με την... Τουρκία, αφού για την τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν υπάρχει πρόνοια που να την προστατεύει από την χρησιμοποίησή της σαν «δούρειο ίππο» από την Τουρκία για τον στρατηγικό έλεγχο και αποδυνάμωση της κεντρικής κυβέρνησης.
Ενα αβύθιστο αεροπλανοφόρο με... υδρογονάθρακες     
Γιατί το δράμα της Κύπρου «αντέχει» τόσο πολύ στο χρόνο; Είναι τόσο κυνικό, αλλά και τόσο απλό: Η γεωστρατηγική της θέση την καθιστούσε πάντα έρμαιο των στρατηγικών συμφερόντων των ισχυρών. Ηδη από το 1878, όταν η Κύπρος πέρασε από τους Οθωμανούς στους Βρετανούς, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντισραέλι, έκδηλα ικανοποιημένος που η Βρετανική Αυτοκρατορία απέκτησε αυτή την πολύτιμη «βάση» για την ευόδωση των αποικιακών της σχεδίων, δήλωνε:«Βρήκαμε τον κρίκο που μας έλειπε»! («Η συνωμοσία της Κύπρου», εκδόσεις «Ι. Σιδέρης»).
Η τύχη της Κύπρου ακολούθησε την ίδια πορεία και στην κατοπινή ιστορική φάση: «Οι συνέπειες της κατάργησης της βρετανικής κυριαρχίας στο νησί για την Τουρκία και ...βέβαια για τις ΗΠΑ, θα ήταν τόσο σοβαρές, ώστε είναι στρατηγικά απαραίτητο η Κύπρος να παραμείνει υπό βρετανική κυριαρχία», ξεκαθάριζαν με το αξεπέραστο φλέγμα τους οι Βρετανοί στρατηγοί, όπως πιστοποιούν τα πρακτικά του βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου κατά το έτος 1950 (στο ίδιο).
Νωρίτερα, το 1946, ο υπουργός Εξωτερικών, Μπέβιν, ξεκαθάριζε ότι σε περίπτωση που η θέση της Βρετανίας αδυνάτιζε στην Κύπρο, τότε «θα εξαναγκαζόμασταν να παραιτηθούμε των θέσεών μας στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένου και του πετρελαίου στο Ιράκ, ενός από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά μας». Όσο για τον Βρετανό πρωθυπουργό Ιντεν, ήταν ακόμα πιο ωμός: «Χωρίς την Κύπρο, δεν θα έχουμε εγκαταστάσεις, για να προστατέψουμε τις προμήθειες πετρελαίου... Είναι τόσο απλό», έλεγε.
Συνεπώς: Θα πιάσουμε το νήμα των εξελίξεων αλλά και του ρόλου των «διαιτητών» αν απλώς στη θέση της Βρετανίας βάλουμε τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ (υπό την επίβλεψη της Αμερικανίδας υφυπουργού Εξωτερικών Βικτώρια Νούλαντ υπέγραφη το κοινό ανακοινωθέν...) είναι που πλέον ελέγχουν τη ροή του πετρελαίου. Κι αυτές είναι που θέλουν να «κλείσει» (και όχι να λυθεί) το Κυπριακό. Διότι, σε μια τόσο ταραγμένη περιοχή και περίοδο, είναι προφανές ότι πάνω στο έδαφος της Κύπρου (μεγάλο κομμάτι του οποίου παραμένει έδαφος των βρετανικών βάσεων με βρετανική κυριαρχία και βρετανικά χωρικά ύδατα!) θα ήθελαν να επικρατήσει μια «διευθέτηση» - έστω και επίπλαστης βιωσιμότητας...
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι στις σημερινές συνθήκες, της βαθιάς οικονομικής κρίσης, με τις σημαντικές παρενέργειες που αυτή προκαλεί στο επίπεδο της όποιας πολιτικής ισχύος, οι διαπραγματευτικές δυνατότητες, τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδας, δεν βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο. Το λογικότερο, επομένως, θα ήταν να μην «βιάζονται». Ωστόσο βλέπουμε το αντίθετο… Το γεγονός,  προβληματίζει. Πολύ περισσότερο που στη μεν Κύπρο ο πρόεδρος Αναστασιάδης ήταν ο κατεξοχήν υπέρμαχος του «σχεδίου Ανάν», στη δε Ελλάδα έχουμε το προηγούμενο να έχει ακουστεί από τα χείλη πρώην πρωθυπουργού η αντίληψη, και ήδη από το 1950, ότι «η Ελλάς αναπνέει με δυο πνεύμονες, το μεν αγγλικό, το δε αμερικανικό και διά αυτό δεν μπορεί λόγω του Κυπριακού να κινδυνεύσει να πεθάνει από ασφυξία»…
Συνεπώς: Δεδομένης της γεωστρατηγικής «μοίρας» της Κύπρου θα επιχειρηθεί για μια ακόμα φορά να εμφανιστεί σαν «μοιραία» η καθόλου μοιραία διχοτόμηση. Αυτή η τραγωδία, δηλαδή, τόσο για τους Ελληνοκύπριους όσο και για τους Τουρκοκύπριους. Ότι η Κύπρος δεν αφήνεται να ζήσει ως γέφυρα φιλίας των λαών δεν οφείλεται στη «μοίρα». Οφείλεται στην αντιμετώπισή της σαν «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» από τα επιτελεία των ιμπεριαλιστών και των περιφερειακών τους συμμάχων.
Απέναντι, λοιπόν, στη λεγόμενη «λύση» που προωθείται, η οποία σύμφωνα – επαναλαμβάνουμε - με ό,τι έχει δει το φως της δημοσιότητας για τα δυο «συνιστώντα κράτη» φέρνει από την πίσω πόρτα το «σχέδιο Ανάν», ο κυπριακός λαός θα βρεθεί στην ανάγκη να επιστρατέψει από πιο δυσμενείς θέσεις ανάλογες δυνάμεις με εκείνες που έφεραν την απόρριψη του πρώτου «σχεδίου Ανάν» με εκείνο το συντριπτικό 76%.
Όσο για τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, που πέραν του «όχι» του ΚΚΕ κανένα δεν έχει τοποθετηθεί ακόμα ξεκάθαρα, είναι επιβεβλημένο να κριθούν – και θα κριθούν - από τον ελληνικό λαό κι από αυτό: Από το πόσο με τη στάση τους θα καταστήσουν δυσμενέστερη ή όχι την ήδη δυσχερή θέση του κυπριακού λαού. 

Αρθρογράφος: 
Νίκος Μπογιόπουλος


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου